En el Jardín de Estambul, στον Κήπο της Ισταμπούλ
Τη μέρα που χάρισα ένα κομπολόι στο φίλο μου τον Χοσέ, γελάσαμε αρκετά, γιατί του είπα ότι είναι ένα αντικείμενο για τύπους μάτσο. Ο Χοσέ, καθηγητής είναι, φιλόλογος είναι, αλλά καθόλου μάτσο. Γκέι είναι, και πολύ ήπιος χαρακτήρας. Εκείνο το απόγευμα περπατούσαμε κοντά στο κέντρο, κι εκεί μπροστά απ’ την μπαρόκ πρόσοψη της Νομικής, ξαφνικά περνάει από δίπλα μας ο Τούρκος του Μπαγιαδολίντ, παίζοντας το κομπολόι στο χέρι του. «Α, κι εγώ έχω», πετάγεται ο Χουάν τραβώντας το κομπολόι του απ’ την τσέπη και προσπαθώντας να το φέρει καμιά βόλτα. Πέσαμε κάτω απ’ τα γέλια. Κι έτσι άρχισε η ιστορία με τον Τούρκο.
Όχι πως δεν έχει κι άλλους Τούρκους στην πόλη, έχει λίγους, αλλά αυτός είναι ο πιο ωραίος. Κι ο πιο μάτσο. Και καμιά φορά και σε μένα και στο φίλο μου μας αρέσει να χαλβαδιάζουμε λίγο και κανέναν μάτσο. Μετά απ’ το επεισόδιο με το κομπολόι, πήγαμε μερικές φορές για κεμπάπ στο μαγαζί τού Τούρκου μας, στο «Χαρντίν ντε Εσταμπούλ», δηλαδή Κήπο της Ισταμπούλ, έτσι το λένε. Τρώγοντας πατατούλες, και εν αγνοία του, του φτωχού, του Τούρκου, φτιάχναμε φανταστικές κι αθώες ιστορίες με σεξ και γελούσαμε. Εκείνος, όμως, ούτε που μας πρόσεχε ποτέ. Αν έμπαινε στο μαγαζί καμιά κοπέλα, βέβαια, την έβλεπε καλά καλά, ιδίως αν είχε καμπύλες και ποπό. Μια φορά, όμως, δε θυμάμαι πώς, πιάσαμε κουβέντα. Θα είπα μάλλον εγώ καμιά εξυπνάδα στα τούρκικα, κανένα τεσεκιούρ εντέριμ, αρκαρντάς, ή κάτι τέτοιο, καθότι δεν ξέρω και τίποτ’ άλλο εκτός απ’ αυτά και το άι σιχτίρ. Έτσι, βρεθήκαμε να μιλάμε, να μας διηγείται πως, όταν είχε πάει στην Ελλάδα με φίλους, είδαν, λέει, τις γυναίκες με στρογγυλούς ποπούς και όμορφες και θαύμασαν, λέει. «Κοίτα, σαν τις δικές μας είναι», αποφάνθηκε η αντροτουρκοπαρέα. Μετά μας είπε και την ιστορία του, πώς βρέθηκε εδώ, και μετά μας ρώτησε πού ήμασταν τόσον καιρό και γιατί δεν πηγαίναμε στο μαγαζί του. «Βρε», του λέω, «εμείς ερχόμαστε, αλλά εσύ κοιτάς μόνο τις κοπελιές που έχουν ωραίο κώλο». «Όοοχι», μου λέει με συστολή και ψιλοτρακαρισμένος. Νομίζω πως κοκκίνισε. Ήμουν στην ηλικία της μάνας του και με ντρεπόταν.
Μετά, συνεχίσαμε να πηγαίνουμε κάπου κάπου. Μας αρέσει, γιατί είναι λαϊκό μαγαζί, οικονομικό, με τη δέουσα διακόσμηση οριενταλφολκλορικοευρωπαϊκή, με ευχάριστο κιτς, και το σιντί να παίζει τούρκικα τραγούδια. Τον φίλο μας, το αφεντικό, τον βλέπαμε στη χάση και στη φέξη. Πηγαινοερχόταν κι αυτός στην πατρίδα του. Μια φορά, εκεί που τρώγαμε, ακούω ένα τραγούδι, κι η καρδιά μου κόντεψε να σπάσει. Ήταν ένα που άκουγα όταν ήμουνα νεαρή φοιτητριούλα, στη χούντα, κι έλεγε «ντόλαρ ντόλαρ». Του Λιβανελί πρέπει να ’ταν, που ήταν κι αυτός τότε παλικαράκι, στη φυλακή και μετά αυτοεξόριστος. Τραγούδι πολιτικό, διαμαρτυρίας, ιδέα δεν είχα τι διάολο έλεγαν τα υπόλοιπα λόγια, αλλά εκείνη η μουσική του ήταν για μένα πίκρα και διαμαρτυρία και δύναμη κι ομορφιά και νοσταλγία και όλα μαζί. Το είχα τότε σε μικρό δίσκο. Κάποιος τον είχε φέρει απ’ την Τουρκία, κι εμένα μου τον είχε δανείσει μια φίλη λεσβία. Διότι τόσο ανυπάκουα παιδιά ήμασταν τότε, που κάναμε παρέα ως και με λεσβίες, που εκείνους τους καιρούς λογαριάζονταν για πράγμα εξωφρενικό. Λοιπόν, το δισκάκι αυτό το έχασα. Πρέπει να το ξεχάσαμε, μαζί με μερικούς δίσκους των Ντορς, σε ένα απ’ τα φορτηγά που μας πήρε οτοστόπ, σε κείνο το ταξίδι που είχαμε πάει, μια φίλη, πολύ ωραίο κορίτσι –εξ ου και μας έπαιρναν πανεύκολα στο οτοστόπ-, ένας φίλος κάπως τρελαμένος κι εγώ, χειμώνα, στη λίμνη Πλαστήρα. Και κουβαλούσαμε μαζί και τα αγαπημένα μας τραγούδια, λες και θα βρίσκαμε πικάπ να τα βάλουμε, πάνω σε κείνα τα χωριά, όπου τότε δεν είχαν ούτε να μας δώσουν κάτι να φάμε, μόνο μας παραχώρησαν λίγο απ’ το φαγητό τους, λίγη γέμιση για λουκάνικα, που είχαν απ’ τη σφαγή του γουρουνιού. Λοιπόν, γυρίζοντας στην Αθήνα, πάνε κι οι δίσκοι. Πού ήμασταν εμείς για να μας εμπιστευτείς πράμα! Η φίλη η λεσβία δε θύμωσε που της έχασα τον πολύτιμο δίσκο, αλλά εμένα μου έμεινε τραύμα στο μυαλό, και τώρα εκείνη η φωνή με γέμιζε με όλη τη νοσταλγία για ό,τι είχα και δεν είχα ζήσει τότε, στα είκοσι δύο μου χρονάκια.
Ρώτησα το φίλο μας τον Τούρκο αλαφιασμένη ποιος ήταν ο τραγουδιστής και τον παρακάλεσα να μου αντιγράψει το ευλογημένο σιντί. Μου είπε ναι, αλλά το ξέχασε. Αντί γι’ αυτό, μας κερνάει κάθε φορά σαλάτα, μπακλαβά, πάντα κερνάει κάτι. Εμείς κάνουμε πως διαμαρτυρόμαστε, αλλά μας αρέσει. Δεν το συνηθίζουν να κερνάνε έτσι στο ξεκούδουνο εδώ οι άνθρωποι. Εγώ, να πω την αλήθεια μου, συγκινούμαι και κάπως καμαρώνω. Και για το κέρασμα, συνήθεια ακριβή της καθ’ ημάς Ανατολής –α αα ρε λαρτζ Ανατολή – και γιατί ο Τούρκος του Μπαγιαδολίδ μου φέρεται κάπως σαν με σεβασμό, όπως συνηθίζουν ακόμα μερικοί Ανατολίτες όταν απευθύνονται σε μεγαλυτέρους, ή μάλλον μ’ ένα σεβασμό ανάμικτο με τρυφερότητα, σα σε συγγένισσα της φαμελιάς του.
Από τότε, στα δέκα και χρόνια που πέρασαν κι όσα είναι να ’ρθουν ακόμα, έχω να το λέω. Πήγα στο Μπαγιαδολίντ και με κέρασε ένας Τούρκος.



