Μια μέρα έκατσα κι έγραψα σε χαρτάκια όσες λέξεις μου ’ρχονταν για τη ερημιά. Soledad, exilio, devastación, desolación, aislamiento. Κοίταζα με προσήλωση πιο πολύ τη μια από αυτές, ντεσολαθιόν. Την είχα γράψει σ’ ένα μεγαλύτερο μακρόστενο χαρτί, να χωράει καλά. Κάπου κάπου τη διάβαζα με κάτι ανάμικτο από πίκρα, αυτολύπηση, αλλά και περηφάνια. Ίσως κι εκδίκηση· να, γι’ αυτούς που μένουν μαζί, μόνο και μόνο για να μη μείνουν μόνοι. Σκέφτηκα να κολλήσω τα χαρτάκια στους τοίχους, για να με προκαλούν και να τα προκαλώ, επιθετικά. Δεν το έκανα. Έμεινα να κοιτάζω το ταβάνι, όπως τόσες άλλες φορές. Εκεί κι αλλού, στα διάφορα σπίτια όπου στέγασα ένα ασήμαντο ξεμονάχιασμα, που μόνο σε μένα φαινόταν πελώριο. Μετά έφυγα για το Νότο. Εκεί η ερημιά έγινε πιο ανάλαφρη, μόνο που απέκτησε ένα κάψιμο, απ’ τη χαμένη ευκαιρία να μπει για λίγο στην άκρη – η ερημιά εννοώ.
Το τηλέφωνο μουγκό και το ιμέιλ ακόμα περισσότερο.
Μια άγρια λύπη χιμούσε πάλι να με φάει.



